Keywords
Program type
Bachelors
Masters
Seminars
Scholarships
Επιπλέον χαρακτηριστικά
Δωρεάν
e-learning
Επιδοτούμενο
Με υποτροφία
Program category
City
<

Today

>

Mon
Tue
Wed
Thu
Fri
Sat
Sun
Thu , 23 April 2020

Η ένταση των ανισοτήτων στην εκπαίδευση

...

Η πανδημία του κορονοϊού έφερε με βίαιο τρόπο στην επιφάνεια τη δύναμη αδράνειας, η οποία για χρόνια καθυστερούσε το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή, στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση και στην αντικατάσταση της γραφειοκρατίας από την αυτοματοποίηση. Με εξίσου βίαιο τρόπο επιχειρείται να λυθεί το πρόβλημα, εισάγοντας με ρυθμούς «σοκ» τεράστιες αλλαγές στη δημόσια, ιδιωτική και κοινωνική ζωή, επιβαλλόμενες αλλαγές περάσματος στην ηλεκτρονική εποχή. Με αδυναμίες, παρενέργειες και επιτυχίες, όλα μαζί συμπιεσμένα, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έγινε ό,τι δεν γινόταν δεκαετίες. Αποδείχτηκε έτσι, για μια ακόμη φορά, ότι το πρόβλημα του εκσυγχρονισμού βρισκόταν στις συγκρούσεις συμφερόντων και στην πολιτική βούληση των κυβερνήσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο, έγιναν και οι μεταβολές στην εκπαίδευση με την εισαγωγή, εκτάκτως, της εξ αποστάσεως ηλεκτρονικής εκπαίδευσης, αντί της φυσικής διά ζώσης. Εστιάζοντας σ’ αυτόν τον τομέα, παρατηρούμε τη σύμφυση παλιών και νέων παθογενειών στον τομέα παιδεία που συνθέτουν, εκτός των θετικών παρεμβάσεων, μια νέα εικόνα έντασης των ανισοτήτων της παιδείας μας.

Γενική τοποθέτηση

Η γενική αντίληψη του δικαίου εκφράζεται συνήθως στους νόμους, οι οποίοι καθιερώνουν ίσο μέτρο και ίση μεταχείριση, ανεξάρτητα από την ανισότητα των πολιτών, ενίοτε δε με την σκληρή έκφραση «ο νόμος είναι νόμος». Πόσο όμως αυτό το δίκαιο μπορεί να είναι αποδοτικό, όταν εφαρμόζεται στην παιδεία;

Η πανδημία του κορονοϊού αποκάλυψε το σκληρό πρόσωπο αυτής της έννοιας του δικαίου στην παιδεία και τη γύμνια της, πέρα από τις γενικόλογες φράσεις για «ίσους κανόνες» και «ίσες ευκαιρίες» σε άνισους, όμως, μαθητές.

Η οικονομική και κοινωνική ανισότητα στην κοινωνία είναι δεδομένη. Αναγκαστικά αυτή μεταφέρεται και στην παιδεία. Με την εφαρμογή δε του άκαμπτου κανόνα της «ισότητας» των μαθητών, αφήνει άθικτες τις υλικές ανισότητες μεταξύ τους. Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί σε πλεονεκτική θέση μαθητές με ισχυρά εξωτερικά εφόδια από την οικογένεια και αυτόματα, το ίσο δικαίωμα μετατρέπεται σε άνιση κατάσταση. Η καθιέρωση όμως της δημόσιας παιδείας επιδίωκε ακριβώς το αντίθετο! Να εξαλείψει δηλ. τις κοινωνικές ανισότητες των μαθητών στο σχολείο και όλοι να λάβουν εκπαίδευση ικανή να τους κάνει πραγματικά ισότιμους και παραγωγικούς πολίτες στην κοινωνία[i]. Βλέποντας τα συγκριτικά αποτελέσματα της μεθόδου αξιολόγησης της εκπαίδευσης μέσω του προγράμματος PISA, με την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις[ii] και μάλιστα με τις επιδόσεις των μαθητών να μειώνονται συνεχώς από το 2009, ειλικρινά απογοητευόμαστε!

Εκ των πραγμάτων, καθήκον της πολιτείας είναι να εξαλείψει τις υλικές ανισότητες και να εφαρμόσει σε άνισους μαθητές, θετικό «άνισο δίκαιο», ώστε να απομειώνει, με όποιον τρόπο απαιτείται τα, εξωτερικής αιτίας, μειονεκτήματα των μαθητών. Γιατί η εκπαίδευση είναι λειτούργημα και κοινωνική επένδυση ανυπολόγιστης αξίας και η παροχή της δεν μπορεί να νοείται ως κόστος, επιχείρηση, εμπόρευμα, όπως με θέρμη υποστηρίζουν οι ιδρυτές και οι επίγονοι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού[iii]. Το αποτέλεσμα θα είναι όλοι οι μαθητές να εκκινούν από θέση πραγματικής και όχι νομικής – κανονιστικής ισότητας. Έτσι, η εξέλιξή τους θα είναι αποτέλεσμα μόνο των πραγματικών πνευματικών ικανοτήτων, της θέλησής τους και της ποιότητας της εκπαίδευσης. Στην ποιότητα της εκπαίδευσης υπάγεται και η ειδική βοήθεια στους πιο αδύναμους μαθητές, για να μειωθούν και στον πνευματικό τομέα οι ανισότητες.

Η διατήρηση των κοινωνικών ανισοτήτων στην παιδεία πίσω από ωραίες εκφράσεις του τύπου «οι ικανότεροι να εξελιχθούν», «οι άριστοι να προαχθούν και να επιβραβευθούν» κ.ά., χωρίς άρση των εξω-εκπαιδευτικών ανισοτήτων, στην πραγματικότητα υποδαυλίζει τον δαρβινισμό και έμμεσες ταξικές και ρατσιστικές αντιλήψεις για τις «ελίτ», τους «ανώτερους» και τους «κατώτερους»![iv]

Η αποκάλυψη του τοπίου

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην παιδεία με το κλείσιμο των σχολείων και την ΕξΑΕ, έδειξε και τον προβληματικό χαρακτήρα της παιδείας στον τομέα αυτόν.

Πληθώρα ελλείψεων αποκαλύφθηκαν ξαφνικά. Δεν υπήρξε κανένας γενικός οδηγός και κανονισμός της ΕξΑΕ που θα έλυνε σειρά προβλημάτων, όπως:

  • Διοικητικών (διάταξη, δομή, κέντρο καθοδήγησης),
  • εκπαιδευτικών (απροετοίμαστη ύλη και μηδαμινή κατάρτιση),
  • νομικών (προστασία προσωπικών δεδομένων, πνευματικά δικαιώματα κ.ά.),
  • τεχνικών (βοηθήματα, λήψεις, μεταδόσεις, ταχύτητες δικτύων).

Άλλα προβλήματα ήταν:

  • Ο αριθμός μαθητών με ελλείψεις PC και συνεπώς ελάχιστη σύνδεση με internet και χωρίς καμιά μέριμνα για άμεση κάλυψη,
  • η τραγική κατάσταση των δικτύων που κλήθηκαν να υπηρετήσουν την τηλεκπαίδευση, ιδίως για μαθητές υποβαθμισμένων περιοχών ή χαμηλού εισοδήματος,
  • ηλεκτρονικές πλατφόρμες αργές και δύσκολα ανταποκρινόμενες,
  • εκπαιδευτές χωρίς προηγούμενη κατάρτιση παρουσίασης εκπαιδευτικού υλικού μέσα από κάμερα,
  • τα ελάχιστα τεχνικά μέσα στα σχολεία,
  • η παράδοση της τεχνικής υποστήριξης της τηλεκατάρτισης σε ιδιωτικές εταιρίες με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η ανάρτηση στοιχείων για συμμετοχή 1.884.981 μαθητών στις ψηφιακές τάξεις[v] μπορεί να είναι ένα εντυπωσιακό ποσοτικό στοιχείο, αλλά δεν μπορεί να καλύψει τις διαπιστωθείσες ποιοτικές αδυναμίες.

Στα τεχνικά στοιχεία των ανισοτήτων προστίθενται και ποιοτικά στοιχεία, τα οποία μπορεί να δημιουργήσουν νέα χάσματα μεταξύ των μαθητών και που σχετίζονται με:

  1. Το άνισο επίπεδο οικονομικής, μορφωτικής και οικογενειακής κατάστασης, στοιχεία που υποχωρούν στο σχολείο[vi].
  2. Την αφαίρεση της δυνατότητας παροχής βοήθειας μάθησης, έμπνευσης και κινήτρων προς τους πιο αδύναμους μαθητές από τον φυσικό τους εκπαιδευτικό.
  3. Την απώλεια αφανών διεργασιών μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων, όπως η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και η γλώσσα του σώματος κατά τη διδασκαλία, στοιχεία αναγκαία, ιδιαίτερα για τους αδύναμους μαθητές στην κατανόηση και απομνημόνευση γνώσεων.
  4. Την απώλεια του εσωτερικού εκπαιδευτικού κλίματος με τη δημιουργία κοινών αξιών, παιχνιδιών, κοινής κουλτούρας και κοινών αντιλήψεων πάνω στη μάθηση που εξομαλύνουν προϋπάρχουσες εξωτερικές ανισότητες και αποτελούν επένδυση για το μέλλον τους[vii].
  5. Τη χωροταξική κατάσταση της κατοικίας των οικονομικά αδύναμων οικογενειών.
  6. Την πιθανή συνύπαρξη περισσότερων του ενός μαθητών στο σπίτι με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
  7. Τη διαφορά στην οργάνωση και ποιότητα παροχής ΕξΑΕ μεταξύ των σχολείων, ιδίως μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων.

Εν κατακλείδι, με τέτοιες καταστάσεις, αυξάνονται επικίνδυνα οι ανισότητες στο μαθητικό δυναμικό.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι το σχολείο και η φυσική διδασκαλία είναι αναντικατάστατα στοιχεία της εκπαίδευσης.

Το δεύτερο, ότι η ψηφιακή και εξ αποστάσεως εκπαίδευση είναι αναγκαία μόνο ως συμπλήρωμα ή σε έκτακτη κατάσταση.

Το τρίτο είναι ότι σωστά το Υπουργείο Παιδείας & Θρησκευμάτων αναγνώρισε την κατάσταση ανισοτήτων που δημιουργήθηκε και θεώρησε «ως μη γενόμενη» την εκπαίδευση με ηλεκτρονικά μέσα, περιορίζοντας τις εξετάσεις στην ύλη που οι μαθητές έχουν διδαχθεί φυσικά!

Το τέταρτο είναι η τεράστια ανάγκη σύγχρονων, δωρεάν υποδομών πρόσβασης όλων των μαθητών στην ΕξΑΕ και στην ψηφιοποιημένη παιδεία.

Προβληματισμός για τις ανισότητες

Είναι άμεση ανάγκη η πολιτεία να μειώσει και εξαλείψει, τόσο της πρόσφατες ανισότητες που δημιουργήθηκαν με την πανδημία, όσο και τις πάγιες που δημιουργούνται από τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες που υπάρχουν στην κοινωνία[viii]. Ο ρόλος μιας επιτυχημένης εκπαίδευσης περνάει ακριβώς μέσα από αυτό!

Διαφορετικά, ποιος είναι χαμένος από την αντίληψη μιας άκαμπτης «ισότητας» εκπαίδευσης απέναντι σε άνισους μαθητές, όσον αφορά την παροχή της εκπαίδευσης από την πολιτεία; Φυσικά η χώρα, η ανάπτυξη, η οικονομία και η κοινωνία!

Παιδεία που δεν εξαλείφει τις εξωτερικές κοινωνικοοικονομικές ανισότητες των μαθητών (δυστυχώς και των σχολείων), ώστε να γίνει δυνατή η αξιοποίηση των πραγματικών πνευματικών τους ικανοτήτων και της κριτικής τους σκέψης, παιδεία που απονεκρώνει την περιέργεια και την ανησυχία και αφοπλίζει κάθε διαδικασία εμβάθυνσης, κατανόησης, αμφιβολίας, αμφισβήτησης, εξαφανίζοντας το γιατί και το διότι, απλώς αναπαράγει τις ανισότητες και στο τελικό αποτέλεσμα.

Εν κατακλείδι, θα έχουμε μείωση του μέσου επιπέδου γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων των νέων γενεών, οι οποίες θα κληθούν με μειωμένα εφόδια να διαχειριστούν το μέλλον τους σ’ έναν κόσμο σκληρότητας και ανταγωνισμού, αντί αλληλεγγύης, όπως έδειξε η στάση των κρατών στην αντιμετώπιση του κορονοϊού και της οικονομικής κρίσης.

Κι επειδή, σε αντίθεση με τις ελιτίστικες, αντιδραστικές και νεοφιλελεύθερες θεωρίες[ix], η κατάκτηση υψηλού επιπέδου παιδείας αποτελεί στοιχείο της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων, της ισονομίας και της δικαιοσύνης, η παραμέλησή της από το κράτος αποτελεί επικίνδυνο έλλειμμα δημοκρατίας[x].

Αιμιλία Λυμπεράκη – Besson

Στέλεχος του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων

Εμπειρογνώμονας νέου management HR - Εκπαίδευσης Ενηλίκων – Απασχόλησης & Ευρωπαϊκών Πολιτικών, ΕΚΔΔΑ

Εμπειρογνώμονας Erasmus+ Εκπαίδευσης Ενηλίκων & ΜμΕ, ΙΚΥ

Πρώην Υπεύθυνη Δημοσίων-Διεθνών Σχέσεων & Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων,  ΓΣΕΒΕΕ

Πρώην τακτικό μέλος του ΕΚΕΠΙΣ


[i] «Σε αυτό το ενδιαφέρον συντείνει και η ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους στα ευρωπαϊκά κράτη, εφόσον η εκπαίδευση αποτελεί έναν από τους τρεις πυλώνες του, μαζί με την υγεία και την πρόνοια. Επικρατεί η αντίληψη ότι η εκπαίδευση είναι αναφαίρετο δικαίωμα του πολίτη, το οποίο οφείλει κάθε αστικό κράτος να διασφαλίζει, ανεξάρτητα από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες (Dahrendorf, 1988). Για τον λόγο αυτό, το κράτος παρεμβαίνει και οικοδομεί το σύστημα της δημόσιας εκπαίδευσης, ώστε να προσφέρει σε όλους ίσες ευκαιρίες πρόσβασης. Βέβαια η ισότητα των ευκαιριών δεν συνεπάγεται και ισότητα αποτελεσμάτων, αφού οι προσφερόμενες ευκαιρίες δεν αξιοποιούνται με τον ίδιο τρόπο από τα άτομα, παρότι η εκπαίδευση εμφανίζεται ουδέτερη και αξιοκρατική. Έτσι η ευθύνη αποδίδεται στα άτομα, τίθεται όμως ένα σοβαρό πρόβλημα σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη, γιατί το επίπεδο εκπαίδευσης και οι τίτλοι σπουδών καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την επαγγελματική και κοινωνική ζωή».

Πηγή: Διδακτορική διατριβή: «Κοινωνικές ανισότητες στην ανώτατη εκπαίδευση: οι εμπειρίες των φοιτητών από τις σπουδές στο πανεπιστήμιο», σελ. 19. Όλγα Τζαφέα - Ιωάννινα (2017)

[iii] Τα επιχειρήματα εναντίον της διαχείρισης των σχολείων από την κυβέρνηση είναι τώρα ισχυρότερα παρά ποτέ, αλλά και επιπλέον εξέλιπαν οι περισσότεροι λόγοι που στο παρελθόν είχαν προβληθεί υπέρ της διεύθυνσης των σχολείων από την κυβέρνηση. (…) όχι μόνο δεν είναι πια αναγκαίο να χρηματοδοτείται η παιδεία από την κυβέρνηση, αλλά ούτε καν να παρέχεται από αυτή. (…) Η καλύτερη λύση θα ήταν να δίνεται σ’ εκείνους στους οποίους μια τέτοια επένδυση φαίνεται να υπόσχεται τη μεγαλύτερη απόδοση, η δυνατότητα να δανείζονται το κεφάλαιο και αργότερα να το εξοφλούν με τα αυξημένα εισοδήματά τους, μολονότι μια τέτοια διευθέτηση θα αντιμετώπιζε σημαντικές πρακτικές δυσκολίες.

Το Σύνταγμα της Ελευθερίας (1960)

Του Φ. Α. Χάγιεκ, ελληνική εκδ. «Καστανιώτη» 2008, σελ. 518 & 519

[iv] «… Αυτή η αντίληψη, ότι θα πρέπει να επιτρέπεται σε όλους να προσπαθήσουν (σ.σ. χωρίς να στερηθούν τα υλικά πλεονεκτήματα της οικογένειας έναντι των άλλων), αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από την εντελώς διαφορετική αντίληψη ότι θα πρέπει να εξασφαλίζονται σε όλους ίσοι όροι στο ξεκίνημα και ίδιες προοπτικές. Αυτό σχεδόν σημαίνει ότι η κυβέρνηση, αντί να εξασφαλίζει σε όλους τις ίδιες συνθήκες, θα πρέπει να στοχεύει να ελέγχει όλες τις συνθήκες που σχετίζονται με τις προοπτικές ενός συγκεκριμένου ατόμου και να τις προσαρμόζει στις ικανότητές του, έτσι ώστε να του εξασφαλίζει τις ίδιες προοπτικές με όλους τους άλλους. Μια τέτοια σχεδιασμένη προσαρμογή των ευκαιριών σε ατομικούς στόχους και ατομικές ικανότητες θα ήταν φυσικά το αντίθετο της ελευθερίας. (!) Επίσης, είναι πιθανό ότι μια κοινωνία η οποία επιθυμεί να έχει μέγιστη οικονομική απόδοση με περιορισμένες δαπάνες για την παιδεία θα πρέπει πάντα να επικεντρώνεται στην ανώτατη παιδεία μιας συγκριτικά μικρής ελίτ.

Το Σύνταγμα της Ελευθερίας (1960)

Του Φ. Α. Χάγιεκ, ελληνική εκδ. «Καστανιώτη» 2008, σελ. 156 & 518

[v]Τηλεκπαίδευση-εντυπωσιακά στοιχεία: 1.884.981 συμμετοχές μαθητών στις ψηφιακές τάξεις

 https://www.aftodioikisi.gr/paideia/tilekpaideysi-entyposiaka-stoicheia-1-884-981-symmetoches-mathiton-stis-psifiakes-taxeis-stoicheia/

[vi] Ανάλυση: Οι εκπαιδευτικές ανισότητες σε συνθήκες πανδημίας

https://www.kathimerini.gr/1074313/article/epikairothta/ellada/analysh-oi-ekpaideytikes-anisothtes-se-syn8hkes-pandhmias

[viii] Ψηφιακή τεχνολογία, κοινωνική ανισότητα και σχολείο: σκέψεις με αφετηρία τις συζητήσεις την περίοδο του κορονοϊού

https://www.esos.gr/arthra/67137/psifiaki-tehnologia-koinoniki-anisotita-kai-sholeio-skepseis-me-afetiria-tis-syzitiseis

[ix] «…Ωστόσο είναι διαφορετικό ζήτημα το να θεωρούμε ότι όλοι όσοι είναι πνευματικά ικανοί για ανώτατη παιδεία έχουν αξίωση σε αυτή. Δεν είναι με κανέναν τρόπο προφανές ότι είναι προς το γενικό συμφέρον να δίνεται σε όλους τους ιδιαίτερα ευφυείς η δυνατότητα να μορφωθούν. (…) Υπάρχει επίσης ένα άλλο πρόβλημα που πήρε σοβαρές διαστάσεις σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες και το οποίο οφείλουμε να έχουμε στο μυαλό μας και αυτό είναι το πρόβλημα ότι έχουμε περισσότερους διανοουμένους από ό,τι μπορούμε ν’ απασχολήσουμε επικερδώς. Ελάχιστοι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι για την πολιτική σταθερότητα από την ύπαρξη ενός πνευματικού προλεταριάτου που δεν βρίσκει καμία διέξοδο για τη μόρφωσή του.

Το Σύνταγμα της Ελευθερίας (1960)

Του Φ. Α. Χάγιεκ, ελληνική εκδ. «Καστανιώτη» 2008, σελ. 519

[x] «Η Gutmann μίλησε, επίσης, για την προοπτική προώθησης μιας δημοκρατικής θεωρίας της εκπαίδευσης, στόχος της οποίας μπορεί να είναι ο εξοπλισμός των μαθητών με τις δεξιότητες που κρίνονται απαραίτητες για τη διαμόρφωση μιας ενεργητικής ιδιότητας του πολίτη, υπογραμμίζοντας ότι η σύνδεση του δημόσιου σχολείου με την εκπαίδευση στην ιδιότητα του πολίτη μπορεί να αποτελέσει μια στρατηγική που μπορεί να συμβάλει στη μείωση του δημοκρατικού ελλείμματος. Οι αποφάσεις στη δημοκρατία λαμβάνονται μετά από συζητήσεις και διαφωνίες, αλλά και στο πλαίσιο δημόσιων διαβουλεύσεων. Η ποιότητα των αλλαγών και των αποφάσεων βασίζεται στην ποιότητα των διαβουλεύσεων, η οποία με τη σειρά της στηρίζεται στην ποιότητα των πληροφοριών που φτάνουν στην κοινή γνώμη, αλλά και στην ικανότητα των πολιτών να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες αυτές, να αντιληφθούν το συμφέρον τους και να το εκφράσουν ευκρινώς» (παράθεμα των Caprini και Keeter, 1996, αναφ. στο: Cook, 2006).

Πηγή: «Ανισότητες στην εκπαίδευση και αλληλέγγυα σχολεία. Μελέτη Περίπτωσης: Αλληλέγγυο Σχολείο Μεσοποταμίας», σελ. 83. Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. Ιωάννα Τσέτικα (Κόρινθος 2018)

Αναρτήσεις

21-4-20 (αρχική)

https://www.eea.gr/arthra-eea/i-entasi-ton-anisotiton-stin-ekpedefsi-ke-i-pandimia/

Copyright ©2015-2019 skywalker.gr | Developed with RORM 2 Framework